ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ κάτι σαν πρόλογος ή εισαγωγή στο κλίμα και στο θέμα του μυθιστορήματος
Η πόλη που διαδραματίζονται τα γεγονότα
αυτοΰ του μυθιστορήματος είναι η Αθήνα. Ο χρόνος θα μπορούσε να είναι το 2008,
και συγκεκριμένα ο Δεκέμβριος εκείνης της χρονιάς. Θα μπορούσε να είναι και το
Παρίσι, λίγα χρόνια πιο πριν, μα και οποιαδήποχε άλλη πόλη σε κάποια χρονιά από
τις πρώτες του 21ου αιώνα.
Χρονιές μεγάλων κοινωνικών εντάσεων. Μήνες
που τους στιγμάτισαν οι επαναστατικές εκφράσεις των νέων οι συχνά ανεξέλεγκτες
αντιδράσεις των Αρχών οι βίαιες παρουσίες περιθωριακών ομάδων.
Αλλά ακόμα και στις κοινωνικές συγκρούσεις
υπάρχουν πάντα τα ατομικά πάθη. Η ευθύνη του προσώπου. Και το δικαίωμα του να
ξεχωρίζει και η δίκιά του φωνή ανάμεσα στις άλλες του πλήθους.
Το έργο Ανίσχυρος Άγγελος
είναι ένα μυθιστόρημα. Πράγμα που σημαίνει πως από τη μια εστιάζει το
ενδιαφέρον του κυρίως σε ατομικές αντιδράσεις και από την άλλη ότι δεν
ακολουθεί όσα συνέβησαν αντίθετα, συχνά τα αναστρέφει ή και τα παραποιεί,
προσπαθώντας να κατανοήσει την αλήθεια των ηρώων του. Αυτών και μόνο...
« Η ζωή
δεν είναι αυτή που έζησε κανείς αλλά αυτή που θυμάται και όπως τη θυμάται για
να την διηγηθεί»
Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές
Αντικείμενο
της αφήγησης είναι η εξιστόρηση, με μιαν ορισμένη
σειρά, γεγονότων/συμβάντων που μεταβάλλουν μια αρχική κατάσταση πραγμάτων ή
ενεργειών, πράξεων που σκόπιμα διαπράττονται από τους "ήρωες" μιας
ιστορίας. Η αφήγηση είναι
"τέχνη" του χρόνου. Απαντά στα ερωτήματα :πώς συνέβη το γεγονός;
συνέβη το γεγονός; πώς συμβαίνει, εκτυλίσσεται το γεγονός;
Βασική
αρχή της αφήγησης είναι οι σχέσεις αιτιότητας, δηλαδή οι τρόποι με τους οποίους
μια κατάσταση ή ένα συμβάν επηρεάζει τους όρους εμφάνισης μιας άλλης κατάστασης
ή συμβάντος.Ωστόσο, τα συμβάντα και οι καταστάσεις δεν
συνδέονται μόνον αιτιολογικά μεταξύ τους. Μπορούν να διευθετηθούν και στον
άξονα του χρόνου. Οι χρονικές σχέσεις, ανάλογα με την οργάνωση της αφηγηματικής
ύλης, μπορούν να είναι ιδιαίτερα περίπλοκες
Μορφές
της αφήγησης
Η
αρχαία ρητορική διέκρινε τρεις τύπους αφήγησης: τη μυθώδη, την ιστορική και τη
ρεαλιστική. Η μυθοπλαστική αφήγηση
είναι συνδεδεμένη με τη λογοτεχνία. Παρουσιάζει έναν ολόκληρο καινούριο κόσμο
προσώπων και καταστάσεων "από το μηδέν". Χαρακτηριστικά παραδείγματα
μυθοπλασίας είναι αφενός τα λαϊκά παραμύθια, προϊόντα συλλογικής επεξεργασίας
και διαμορφωμένα μέσα στον χρόνο της "μεγάλης διάρκειας", και
αφετέρου οι αφηγήσεις της προσωπικής, δημιουργικής λογοτεχνίας, που επινοούνται
στον χρόνο της "μικρής διάρκειας", κερδίζουν όμως την εκτίμηση του
αναγνωστικού κοινού με την πάροδο του χρόνου.
Η ιστορική αφήγηση
είναι εξιστόρηση γεγονότων του παρελθόντος. Η αφηγηματική ύλη οφείλει να
κατανέμεται σε περιστατικά σύντομα, σαφή και επαληθεύσιμα από την εμπειρία. Οι
πράξεις, τα κίνητρα, ο χώρος και ο χρόνος μέσα στον οποίο κινούνται τα πρόσωπα
μιας ιστορίας μιμούνται την αληθινή ζωή. Περίπτωση ιστορικής αφήγησης αποτελεί
η έκθεση γεγονότων στην ιστοριογραφία (ή η χρονογραφία), που χρησιμοποιούν την
αφήγηση, για να ανασυστήσουν επιλεκτικά αλλά πειστικά τον κόσμο του
παρελθόντος.
Η ρεαλιστική αφήγηση
διαφέρει από την ιστορική ως προς τον χρόνο των συμβάντων και την τεκμηρίωσή
τους. Εξιστορούνται σύγχρονα του αφηγητή γεγονότα, γι' αυτό και οι απαιτήσεις
που ενδεχομένως έχει ο αναγνώστης/ ακροατής για τεκμηρίωσή τους είναι
μεγαλύτερες. Τέλος, χαρακτηριστική της εποχής μας εκδοχή τέτοιας αφήγησης είναι
η ειδησεογραφία των μέσων μαζικής επικοινωνίας, που με την επικουρία της
εικόνας αγωνιά να πείσει για την αλήθεια της.
Η
δομή μιας αφήγησης περιλαμβάνει:
α. τον προσανατολισμό.Στον
προσανατολισμό δίνονται πληροφορίες για τους «ήρωες», τον χώρο, τον χρόνο και
την κατάσταση από την οποία εκκινεί η αφήγηση. Πρόκειται για προαιρετικό
στάδιο.
β. την περιπέτεια.
Η «περιπέτεια» είναι το θεμελιώδες συστατικό μιας αφήγησης. Συνήθως
ολοκληρώνεται σε ένα αποτέλεσμα, μια έκβαση, η οποία όμως δεν είναι πάντοτε
εύκολο να προσδιοριστεί χωρίς την εξέταση του νοήματος των προτάσεων.
γ. την αξιολόγηση.Η
αξιολόγηση είναι η κρίση του αφηγητή για το νόημα της ιστορίας
δ. τη λύση.Η
λύση ακολουθεί την αξιολόγηση ή συμπίπτει με αυτήν.
ε. την κατάληξη.
Ορισμένες φορές η αφήγηση κλείνει με στερεότυπες καταληκτικές φράσεις
(καταλήξεις) που παραπέμπουν στην αρχή της ιστορίας.
Η
γλώσσα της αφήγησης
Οι
δείκτες υποτακτικής ή παρατακτικής χρονικής σύνδεσης είναι το βασικό γραμματικό
γνώρισμα του αφηγηματικού ύφους. Φυσικά, αυτό απορρέει από τις σημασιολογικές
σχέσεις που συνδέουν τα συμβάντα μιας αφήγησης: τις σχέσεις αιτιότητας και τις
σχέσεις χρονικής συνάφειας.
Η
αιτιότητα εκφράζεται με συνδέσμους όπως: επειδή, αφού, καθώς, ενώ, έτσι κλπ. Η
χρονική συνάφεια εκφράζεται με χρονικά όπως: ύστερα, μετά, πριν, εν τω μεταξύ,
στη διάρκεια κλπ. Ρηματικοί χρόνοι της αφήγησης είναι κανονικά ο αόριστος, αφού
αυτός είναι ο χρόνος της ιστορίας, άρα και της διήγησης συμβάντων. Ωστόσο, δεν
λείπει από την αφήγηση και ο παρατατικός και οιεξακολουθητικοί χρόνοι όταν η ταχύτητα της αφήγησης είναι μικρή και
μεγαλύτερη η διάρκεια των συμβάντων. Τέλος, ανάλογα με το στάδιο της αφήγησης
κυριαρχούν ρήματα που δηλώνουν κίνηση, αλλαγή, επαφή, απομάκρυνση, αίτηση,
παροχή και τα παρόμοια ("περιπέτεια"/ λύση) ή αντίληψη, κρίση,
βούληση, συναισθήματα και τα παρόμοια (προσανατολισμός / αξιολόγηση), γιατί
στην πρώτη περίπτωση αποδίδονται οι ενέργειες των ηρώων, ενώ στη δεύτερη τα
σχόλια του αφηγητή για τη συμπεριφορά των ηρώων.
Αφηγητής
Με
τον όρο «αφηγητής» χαρακτηρίζουμε συνήθως το πρόσωπο που αφηγείται, που
μεταφέρει γραπτά ή προφορικά μιαν ιστορία. Μ’ άλλα λόγια, σ’ ένα αφηγηματικό
κείμενο, ο αφηγητής είναι η «φωνή» που αναλαμβάνει την ευθύνη της αφηγηματικής
πράξης. Στις μη μυθοπλαστικές αφηγήσεις, η φωνή αυτή ταυτίζεται με το
υποκείμενο που μιλά και κυριολεκτικά παράγει και εκπέμπει τον αφηγηματικό λόγο.
Στα μυθοπλαστικά κείμενα, όμως, η ταύτισή αυτή δεν ισχύει: ο αφηγητής
είναι απλά ο φορέας της αφήγησης, ένα γλωσσικό υποκείμενο που εκφράζεται σε μια
γλώσσα η οποία συγκροτεί το κείμενο. Ο αφηγητής είναι μια λειτουργία του κειμένου
και όχι ένα πρόσωπο. Πράγματι, στην λογοτεχνία δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να
συγχέει κανείς τον αφηγητή με το συγγραφέα του κειμένου. Από τα ίδια τα κείμενα
γίνεται φανερό ότι αυτός που μιλά στην αφήγηση δεν ταυτίζεται με εκείνον που
γράφει στη ζωή: ο συγγραφέας είναι ένα ιστορικό δεδομένο, ένα υπαρκτό πρόσωπο
που ανήκει στον πραγματικό κόσμο και εκπέμπει μια πλαστή ιστορία προς ένα άλλο
υπαρκτό πρόσωπο, τον αναγνώστη. Από την άλλη πλευρά, ο αφηγητής αποτελεί μέλος
του μυθοπλαστικού κόσμου του κειμένου και απευθύνεται σε ένα άλλο μέλος αυτού
του κόσμου, το λεγόμενο αποδέκτη της αφήγησης. Με άλλα λόγια, τα ζεύγη
συγγραφέα/αναγνώστη και αφηγητή/αποδέκτη της αφήγησης ανήκουν σε δύο
διαφορετικές πραγματικότητες, οι οποίες ως ένα βαθμό συνδέονται χάρη σε μιαν
ευρύτερα αποδεκτή σύμβαση: ο συγγραφέας μιλά σα να ήταν εκείνος ο αφηγητής και
ο αναγνώστης αποδέχεται το μήνυμα σα να ήταν ο αποδέκτης της αφήγησης. Δεν
είναι τίποτα περισσότερο από μια περσόνα, ένα μυθοπλαστικό υποκείμενο, μια
αυτόνομη κατασκευασμένη μυθοπλαστική ταυτότητα που μιλά και ανήκει στον κόσμο
του λογοτεχνικού έργου, όπως και τα πρόσωπα. Ενδεχομένως να εμφανίζει κάποια
μορφή συγγένειας με το υπαρκτό, με το ιστορικό πρόσωπο που ονομάζουμε
συγγραφέα, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν ταυτίζεται με αυτόν.
Βασικό
αξίωμα της σύγχρονης αφηγηματολογίας είναι ότι δεν μπορεί να υπάρξει αφήγηση
χωρίς αφηγητή. Η αφήγηση είναι μια μορφή λόγου. Συνεπώς, εκφέρεται από κάποιον,
ο οποίος αναγκαστικά αφήνει στο κείμενο κάποια ίχνη, λιγότερο ή περισσότερο
αισθητά. Με βάση αυτό μπορούμε να διακρίνουμε τις αφηγήσεις σε διαφανείς ή ελάχιστες και σε αδιαφανείς.
Στις διαφανείς αφηγήσεις ο αφηγητής προσπαθεί να περάσει απαρατήρητος.
Παραμένει σχεδόν άφαντος μέσα στο κείμενο και περιορίζεται στη μετάδοση των
γεγονότων χωρίς καμία ανάμειξη από μέρους του. Ο αναγνώστης ξεχνά την ύπαρξή
του, βρίσκεται, θα λέγαμε, μέσα στα γεγονότα, τα οποία βιώνει ως αληθινά. Αυτός
ο αφηγητής ονομάζεται καλυμμένος
(covert).Στις αδιαφανείς
αφηγήσεις, ο αφηγητής προσδιορίζεται και παράλληλα προβάλλεται ως ο παραγωγός ή
και ο εμπνευστής της αφήγησης. Έχει επίγνωση της αφηγηματικής λειτουργίας που
επιτελεί, μιλά για την ιδιότητά του, σχολιάζει τη δράση, τους χαρακτήρες και
την ίδια την αφήγησή του, και φυσικά εντοπίζεται εύκολα από τον αναγνώστη.
Πρόκειται για το είδος του αφηγητή που ονομάζεται φανερός. (overt).
Οι
αφηγητές χωρίζονται επίσης σε:
α)
δραματοποιημένους: συμμετέχουν στην αναπαράσταση των
γεγονότων, εμφανίζονται δηλαδή ως πρόσωπα της ιστορίας που αφηγούνται. και μη δραματοποιημένους: δε μετέχουν στην
αναπαράσταση των γεγονότων και εμφανίζονται ως απλές φωνές. Ακόμη, οι
δραματοποιημένοι αφηγητές μπορούν να διακριθούν σε παρατηρητές και σε δρώντες,
ανάλογα με το αν συμμετέχουν στην ιστορία ως απλοί μάρτυρες ή ως δρώντα
πρόσωπα.
β)
Αυτοσυνειδητοποιημένους και μη συνειδητοποιημένους. Οι πρώτοι έχουν πλήρη
συνείδηση του γεγονότος ότι αφηγούνται μιαν ιστορία, ενώ οι δεύτεροι όχι.
γ)
Προνομιακούς και περιορισμένους, ανάλογα με το αν έχουν βαθιά ή επιφανειακή
γνώση των γεγονότων που αφηγούνται (π.χ. αν ο αφηγητής είναι ένα μικρό παιδί,
είναι λογικό να έχει περιορισμένες δυνατότητες κατανόησης σε σχέση με τα
γεγονότα που αφηγείται).
δ)
Αξιόπιστους και αναξιόπιστους: Ο αναγνώστης μπορεί να εμπιστευτεί τα λεγόμενα
και τις κρίσεις των πρώτων, όχι όμως και των δεύτερων, που ενδέχεται κάποια
στιγμή είτε να διορθώσουν οι ίδιοι τον εαυτό τους είτε να διορθωθούν από
κάποιον άλλο αφηγητή.
Ο
Gerard Genette αποφάσισε να ταξινομήσει τους αφηγητές με βάση δύο κριτήρια: τη
συμμετοχή τους στην ιστορία που αφηγούνται και το αφηγηματικό επίπεδο όπου
ανήκουν. Σύμφωνα με το πρώτο κριτήριο, υπάρχουν οι ομοδιηγητικοί αφηγητές, που
συμμετέχουν στην ιστορία την οποία αφηγούνται είτε ως πρωταγωνιστές
(αυτοδιηγητικές αφηγήσεις) είτε ως παρατηρητές και αυτόπτες μάρτυρες, και οι
ετεροδιηγητικοί αφηγητές, οι οποίοι δεν έχουν καμία συμμετοχή στην ιστορία που
αφηγούνται. Σύμφωνα με το δεύτερο κριτήριο, οι αφηγητές είναι εξωδιηγητικοί ή
ενδοδιηγητικοί.
Με
βάση το συνδυασμό των δύο αυτών κριτηρίων, λέει ο Genette, προκύπτουν οι
τέσσερις βασικοί τύποι αφηγητή:
α)
Ο εξωδιηγητικός – ετεροδιηγητικός τύπος. Πρόκειται για έναν αφηγητή πρώτου
βαθμού, που αφηγείται μια ιστορία στην οποία δεν μετέχει. Παράδειγμα: ο Όμηρος,
δηλαδή ο αφηγητής της Οδύσσειας και της Ιλιάδας.
β)
Ο εξωδιηγητικός – ομοδιηγητικός αφηγητής πρώτου βαθμού, ο οποίος διηγείται την
ιστορία του. Παράδειγμα αυτού του τύπου αποτελούν όλες οι αυτοβιογραφικές
αφηγήσεις.
γ)
Ο ενδοδιηγητικός – ετεροδιηγητικός τύπος. Πρόκειται για έναν αφηγητή δευτέρου
βαθμού, ο οποίος δε μετέχει στην ιστορία που αφηγείται. Παράδειγμα: η Σεχραζάτ
(Χίλιες και μία νύχτες), πρόσωπο της κύριας ιστορίας, απουσιάζει από τις
δευτερεύουσες ιστορίες που αφηγείται.
δ)
Ο ενδοδιηγητικός – ομοδιηγητικός τύπος. Πρόκειται για έναν αφηγητή δευτέρου
βαθμού, ο οποίος αφηγείται την ιστορία του. Παράδειγμα: ο Οδυσσέας στις
ραψωδίες θ έως μ.
Παράλληλα
ο Genette έκανε τη διάκριση ανάμεσα στο «ποιος βλέπει» και στο «ποιος μιλά»,
υπονοώντας ότι σ’ ένα έργο, ο αφηγητής δεν ταυτίζεται αναγκαστικά με την οπτική
γωνία μέσα από την οποία φιλτράρεται η αφηγηματική πληροφορία. Με άλλα λόγια, ο
αφηγητής δεν είναι πάντοτε ο εικονολήπτης της ιστορίας που αφηγείται.
Αυτό
που τελικά προτείνει ο Genette, είναι η έννοια της «εστίασης»: το πρόσωπο μέσα
από το οποίο εστιάζεται η ιστορία που παρακολουθούμε, δε συμπίπτει απαραίτητα
με τον αφηγητή. Συγκεκριμένα, ο Genette διακρίνει τρεις βασικές περιπτώσεις:
α)
Αφήγηση χωρίς εστίαση ή με μηδενική εστίαση: στην περίπτωση αυτή, δεν υπάρχουν
όρια ή εμπόδια στην πληροφόρηση του αναγνώστη, σχετικά με τις σκέψεις των
αφηγηματικών προσώπων και τα γεγονότα. Ο αφηγητής γνωρίζει, ή μάλλον λέει,
περισσότερα από όσα ξέρει οποιοσδήποτε από τους ήρωες. Αφηγητής > Πρόσωπα.
β)
Αφήγηση με εσωτερική εστίαση: στην περίπτωση αυτή, η θέαση είναι περιορισμένη
και συνήθως ανήκει σε έναν από τους χαρακτήρες του έργου. Αφηγητής = Πρόσωπα.
Η
εσωτερική εστίαση υποδιαιρείται σε «σταθερή», όπου το σύνολο της αφηγηματικής πληροφορίας
περνά από ένα μόνο ήρωα, σε «μεταβλητή», όπου οι ήρωες που εστιάζουν
εναλλάσσονται, και, τέλος, σε «πολλαπλή», όπου παρακολουθούμε το ίδιο γεγονός
μέσα από τα μάτια πολλών διαφορετικών ηρώων.
γ)
Αφήγηση με εξωτερική εστίαση: ο ήρωας δρα μπροστά στα μάτια του αναγνώστη,
χωρίς ο τελευταίος να έχει πρόσβαση στις σκέψεις ή τα συναισθήματα του ήρωα. Ο
αφηγητής λέει πολύ λιγότερα από όσα γνωρίζουν τα πρόσωπα. Αφηγητής < Πρόσωπα
0 χρόνος της αφήγησης
Τρεις
χρονικές τοποθετήσεις της αφήγησης χρονικά, σε σχέση με την ιστορία, είναι
πιθανές: το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Με βάση αυτά τα χρονικά επίπεδα,
η αφήγηση μπορεί να είναι τεσσάρων ειδών:
Η μεταγενέστερη αφήγηση.
Είναι η πιο συχνή. Διηγούμαστε την ιστορία αφού έχει εξ ολοκλήρου συντελεστεί.
Η προγενέστερη αφήγηση,
που προηγείται της έναρξης της ιστορίας.
Η ταυτόχρονη αφήγηση,
της οποίας η εκφώνηση είναι σύγχρονη της ιστορίας.
Η παρέμβλητηαφήγηση, όπου ο
αφηγητής διηγείται μαζί με τα γεγονότα που συντελέστηκαν και τις σκέψεις που
του έρχονται κατά τη στιγμή της γραφής.
H χρονική σειρά των
γεγονότων
Συχνά
ο αφηγητής παραβιάζει την ομαλή χρονική πορεία για να γυρίσει προσωρινά στο
παρελθόν ή αφηγείται ένα γεγονός που πρόκειται να διαδραματιστεί αργότερα. Τις
παραβιάσεις αυτές τις ονομάζουμε αναχρονίες και τις διακρίνουμε σε:
Αναδρομικές αφηγήσεις,
αναδρομές ή αναλήψεις και Πρόδρομες αφηγήσεις ή προλήψεις.
Αναδρομή
είναι η τεχνική κατά την οποία διακόπτεται η κανονική χρονική σειρά των
συμβάντων για να εξιστορηθούν γεγονότα του παρελθόντος, ενώ στην πρόληψη ο
αφηγητής κάνει λόγο εκ των προτέρων για γεγονότα που θα γίνουν αργότερα.
Άλλες
τεχνικές με τις οποίες παραβιάζεται η ομαλή, φυσική χρονική σειρά:
In medias res:
η λατινική αυτή φράση σημαίνει «στο μέσο των πραγμάτων», δηλαδή στη μέση της
υπόθεσης, και αποτελεί μια τεχνική της αφήγησης σύμφωνα με την οποία το νήμα
της ιστορίας δεν ξετυλίγεται από την αρχή, αλλά ο αφηγητής αρχίζει την ιστορία
από το κρισιμότερο σημείο της πλοκής και έπειτα, με αναδρομή στο παρελθόν,
παρουσιάζονται όσα προηγούνται του σημείου αυτού. Με την τεχνική αυτή
διεγείρεται το ενδιαφέρον του αναγνώστη και η αφήγηση δεν γίνεται κουραστική.
Εγκιβωτισμός:
σε κάθε αφηγηματικό κείμενο υπάρχει μια κύρια αφήγηση που αποτελεί την αρχική
ιστορία και υπάρχουν και μικρότερες, δευτερεύουσες αφηγήσεις μέσα στην κύρια
αφήγηση που διακόπτουντην ομαλή ροή του
χρόνου. Αυτή η «αφήγηση μέσα στηναφήγηση» ονομάζεται εγκιβωτισμένη αφήγηση ή εγκιβωτισμός.
Παρέκβαση/παρέμβλητη
(εμβόλιμη) αφήγηση: είναι η προσωρινή διακοπή της
φυσικής ροής των γεγονότων και η αναφορά σε άλλο θέμα που δεν σχετίζεται άμεσα
με την υπόθεση του έργου.
Προϊδεασμός/προσήμανση:
είναι η ψυχολογική προετοιμασία του αναγνώστη από τον αφηγητή για το τι
πρόκειται να ακολουθήσει.
Προοικονομία:
είναι ο τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας διευθετεί τα γεγονότα και δημιουργεί
τις κατάλληλες προϋποθέσεις, ώστε η εξέλιξη της πλοκής να είναι για τον
αναγνώστη φυσική και λογική.
Η χρονική διάρκεια
0
χρόνος της αφήγησης έχει τις ακόλουθες σχέσεις με τον χρόνο της ιστορίας, με
κριτήριο τη διάρκεια των γεγονότων:
Επιτάχυνση O
χρόνος της αφήγησης μπορεί να είναι μικρότερος από τον χρόνο της ιστορίας, όταν
ο αφηγητήςσυμπυκνώνει τον χρόνο
(συστολή του χρόνου) και παρουσιάζει συνοπτικά (σε μερικές σειρές) γεγονότα που
έχουν μεγάλη διάρκεια. Με τον τρόπο αυτό, ο ρυθμός της αφήγησηςεπιταχύνεται.
Επιβράδυνση
Ο χρόνος της αφήγησης μπορεί να είναι μεγαλύτερος από τον χρόνοτης ιστορίας, όταν ο αφηγητής επιμηκύνει τον
χρόνο (διαστολή τουχρόνου) και
παρουσιάζει αναλυτικά γεγονότα που διαρκούν ελάχιστα. Με τον τρόπο αυτό
επιβραδύνεται ο ρυθμός της αφήγησης.
Ο
χρόνος της αφήγησης είναι ίσος με τον χρόνο της ιστορίας, συνήθωςσε διαλογικές σκηνές.
Για
να συντομεύσει τον χρόνο της αφήγησης, ο συγγραφέας χρησιμοποιεί τις ακόλουθες
τεχνικές:
Επιτάχυνση: παρουσιάζει σύντομα
γεγονότα που έχουν μεγάλη διάρκεια.
Παράλειψη:
κάποια γεγονότα δεν τα αναφέρει καθόλου, επειδή δεν σχετίζονται με την ιστορία.
Περίληψη:
παρουσιάζει συνοπτικά τα ενδιάμεσα γεγονότα.
Έλλειψη
ή αφηγηματικό κενό: ο αφηγητής παραλείπει ένα τμήμα
τηςιστορίας ή κάποια γεγονότα που
εννοούνται εύκολα ή δεν συμβάλλουν ουσιαστικά στην πλοκή.
Η
τεχνική με την οποία ο συγγραφέας διευρύνει τον χρόνο της αφήγησης είναι:
Η
επιβράδυνση: γεγονότα που έχουν μικρή διάρκεια στην
πραγματικότητα παρουσιάζονται εκτεταμένα στην αφήγηση.
Η χρονική συχνότητα
Η
αφηγηματική συχνότητα καθορίζεται από τη σχέση της εμφάνισης ενός γεγονότος
στην ιστορία και της έκθεσής του μέσα στην αφήγηση. Έτσι, μοναδική αφήγηση
είναι η αφήγηση αυτού που έγινε μία φορά, επαναληπτική είναι η επανάληψη
X φορές αυτού που έγινε μια φορά, θαμιστική είναι αφήγηση μία φορά αυτού
που έγινε X φορές και πολυμοναδική είναι η αφήγηση X φορές αυτού που
έγινε X φορές.
Αφηγηματικοί τρόποι
Μέρος
των αφηγηματικών τεχνικών ενός κειμένου είναι και οι αφηγηματικοί τρόποι που
απαντούν στο ερώτημα «πώς αφηγείται» κάποιος. Θα πρέπει να επισημάνουμε ότι ο
όρος αφηγηματικές τεχνικές είναι ευρύτερος και σ’ αυτόν υπάγονται και οι τρόποι
με τους οποίους αφηγείται κάποιος και οι οποίοι είναι οι εξής:
αφήγηση:
είναι η παρουσίαση γεγονότων και πράξεων, την οποία ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης
διέκριναν σε «διήγηση» και «μίμηση». Στη διήγηση ο αφηγητής αφηγείται μια
ιστορία με τη δική του φωνή, ενώ στη μίμηση δανείζεται τη φωνή άλλων προσώπων.
Διάλογος:
είναι τα διαλογικά μέρη σε ευθύ λόγο και σε πρώτο πρόσωπο.
Περιγραφή:
η αναπαράσταση προσώπων, τόπων, αντικειμένων, η αφήγηση καταστάσεων.
Σχόλιο:
η παρεμβολή σχολίων, σκέψεων, γνωμών από τον αφηγητή, έξω από τη ροή της
αφήγησης, που στοιχειοθετεί, όπως και η περιγραφή, μια επιβράδυνσή της.
Ελεύθερος πλάγιος
λόγος: η πιστή απόδοση σκέψεων, διαθέσεων ή συναισθημάτων
σε γ’ πρόσωπο και σε παρωχημένο χρόνο. To τμήμα αυτό φαίνεται να ανήκει στην
καθαρή αφήγηση, στην ουσία όμως εύκολα μετατρέπεται σε ευθύ λόγο.
Εσωτερικός μονόλογος:
η απόδοση των σκέψεων ή συναισθημάτων σεα’ πρόσωπο και σε χρόνο ενεστώτα.